οψιμιά

οψιμιά
η [όψιμος]
1. η ιδιότητα τού όψιμου
2. (στον πληθ. οι οψιμιές
οι όψιμοι καρποί.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”